Η πολιτική είναι τέχνη της ζωντανής, ρέουσας πραγματικότητας. Ασκείται στην καρδιά ενός πολυδιάστατου, πολυσύνθετου κόσμου, που όλο αλλάζει, που είναι γεμάτος αντιφάσεις, όπου βασιλεύουν η ανάγκη, το λάθος και το τυχαίο – δηλαδή τα ανθρώπινα πράγματα. Οι πολιτικοί, κατά συνέπεια, ούτε είναι ούτε μπορούν να είναι απόλυτα λογικοί, καθώς δεν είναι λογική η ανθρώπινη φύση κι οι ανθρώπινες κοινωνίες. Δεν πρέπει λοιπόν να τους αδικούμε, κρίνοντας τις πράξεις τους με μόνο μέτρο τη λογική, που δεν είναι πάντα εφαρμόσιμη στον χώρο που εποπτεύουν. Από αυτό όμως το σημείο μέχρι του άλλου, δηλαδή να λέμε ότι η πρακτική φύση του αντικειμένου τους νομιμοποιεί τον κάθε παραλογισμό, το κάθε ξαστόχημα, την κάθε παράβαση του κοινού νου γιατί “έτσι είναι η πολιτική”, υπάρχει μια τεράστια απόσταση. Κι είναι αυτή ακριβώς η απόσταση που χωρίζει το επιτρεπτό από το απαράδεκτο.
Πώς όμως πορεύεται κανείς μέσα σε τέτοιο θολό τοπίο, με τι μπούσουλα; Πώς, δηλαδή, εγκαταλείπει εν γνώσει του ένας εχέφρων άνθρωπος τον καθαρά λογικό τρόπο, για να σκεφθεί πολιτικά, χωρίς να πέσει στο άλλο άκρο, της αποδοχής κάθε παραλογισμού στο όνομα της προβληματικής φύσης του αντικειμένου; Πιστεύω ότι ο καλύτερος οδηγός είναι η γνώση της φύσης των λόγων της απόκλισης από στον ορθολογισμό στην πολιτική, που χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Οι λόγοι της πρώτης είναι καλοί και θεμιτοί, ενώ της άλλης κακοί κι αθέμιτοι. Οπότε, όσο κοντύτερα είσαι στην πρώτη κατηγορία, τόσο καλύτερα πολιτεύεσαι, κι όσο απομακρύνεσαι μπαίνεις σε περιοχές επικίνδυνες.
Οι καλοί λόγοι της απόκλισης μπορεί να στηρίζονται στον σεβασμό της παράδοσης, ή κάποιας άλλης συνεκτικής αξίας μιας συγκεκριμένης κοινωνίας. Ετσι, για παράδειγμα, ενώ δεν είναι “λογικό” να μην υπηρετούν οι νέες γυναίκες στρατιωτική θητεία στην Ελλάδα, το σεβόμαστε, και σωστά, γιατί έτσι κάναμε πάντα. Οι θεμιτοί λόγοι μπορεί επίσης να πηγάζουν από την απαραίτητη δόση ρεαλισμού, που επιβάλλει, ας πούμε, την αποδοχή μεγάλων αναγκών που -όσο κι αν θες- δεν μπορείς να υπερβείς χωρίς φοβερό κόστος. Τέλος, υπάρχουν οι λόγοι που οφείλονται στην προβληματική φύση της πραγματικότητας, που μας αναγκάζει συχνά να ζυγιάζουμε αξίες αντιφατικές, ανίκανες από τη φύση τους να έρθουν σε τέλεια αρμονία. Ετσι, για παράδειγμα, η θέσπιση πειραματικών σχολείων, όπου θα πηγαίνουν με εξετάσεις οι καλύτεροι μαθητές, απορρίπτεται βάσει της αρχής της ισότητας, αλλά υποστηρίζεται βάσει της αρχής της αριστείας, που έχει κι αυτή τα δίκια της.
Οι κακοί και αθέμιτοι λόγοι της εγκατάλειψης του ορθολογισμού διαφέρουν ποιοτικά πολύ από τους πρώτους. Αυτοί κατά κανόνα πηγάζουν από αρνητικά πάθη, όποια κι αν είναι, που οδηγούν στην προσβολή του κοινού συμφέροντος που πρέπει να υπηρετεί ο πολιτικός. Τα πάθη αυτά μπορεί να είναι πολύ σκοτεινά, ή και απλούστερα -πλην όμως μη συγχωρητέα- όπως η εξυπηρέτηση της φιλαρχίας, προσωπικής ή συλλογικής. Αλλά αθέμιτους λόγους ορίζουν και γνωσιακές ή χαρακτηριολογικές ελλείψεις, που ενώ δεν συνιστούν από μόνες ψόγο για μια προσωπικότητα, την αποκλείουν από την πολιτική: όπως δεν επιτρέπεται να οδηγείς αν η όρασή σου είναι μειωμένη, δεν γίνεται να πολιτεύεσαι αν είσαι ακραία επιπόλαιος.
Φοβούμαι ότι οι λόγοι που οδήγησαν τον Γιώργο Παπανδρέου και το στενό περιβάλλον του, που συναπόφασισε μαζί του να οδηγήσουν, εν μέσω βαθύτατης κρίσης, τη χώρα σε δημοψήφισμα, ανήκουν στη δεύτερη, αρνητική κατηγορία. Κάποιοι είπαν την απόφαση του Παπανδρέου και των αυλικών του «υψηλού ρίσκου». Ο χαρακτηρισμός είναι αδικαιολόγητα ουδέτερος, αφού η απόφαση, καθαρά και ξάστερα, έβαλε τη χώρα σε θανάσιμους κινδύνους. Ετσι κι αλλιώς, ας μη κοροϊδευόμαστε, στον τόπο είμαστε λίγοι και γνωριζόμαστε μεταξύ μας καλά: η επιλογή για το δημοψήφισμα δεν έγινε για να εξυπηρετηθούν συμφέροντα του τόπου, αλλά ιδιοτελείς σκοποί του πρωθυπουργού και ενός πυρήνα “βαθέος” μηχανισμού, που δεν κοίταξε τίποτε πέρα από το κομματικό συμφέρον. (Αφήνω κατά μέρος σκοτεινότερα κίνητρα, διεθνών ή οικονομικών συμφερόντων, που αναφέρθηκαν από κάποιους, καθώς δεν υπάρχουν στοιχεία να τα στηρίξουν.) Με την απόφαση του θνησιγενούς -όπως απεδείχθη περίτρανα και εξευτελιστικά για τη χώρα- δημοψηφίσματος, όσοι το αποφάσισαν ήθελαν να απονείμουν στον πρωθυπουργό μιαν επίφαση “δημοκρατικότητας”, αλλά ουσιαστικά να αποποιηθούν τις ευθύνες της κυβέρνησης (που βέβαια δεν είναι η μόνη υπεύθυνη) για τη φρικτή κατάσταση της χώρας. Παράλληλα, νόμισαν ότι έτσι θα απαλύνουν την πλήρη απαξίωσή της στα μάτια των πολιτών, μιαν απαξίωση, ας σημειωθεί, που δεν προκύπτει κυρίως από τις δανειοληπτικές δεσμεύσεις της κυβέρνησης, αλλά από την πλήρη της ανικανότητα να τις διαχειριστεί σωστά, μετατρέποντάς τες σταδιακά σε εξυγιαντικές αλλαγές, για το καλό του τόπου.
Αν κάποιοι βρίσκουν την αποτίμησή μου άδικη, αν θεωρούν ότι αποδίδει δίχως αποδείξεις ποταπά κίνητρα σε ανθρώπους που ίσως έπραξαν καλή τη πίστει, πρέπει να καταλάβουν ότι είναι η μόνη εναλλακτική στην άλλη, της απόλυτης ανευθυνότητας ή και ανοησίας, σε βαθμό ασυγχώρητο για δημόσιους άνδρες. Ισως να ήταν μόνο ιδιοτέλεια που οδήγησε τον Γιώργο Παπανδρέου και την παρέα του, ή μόνο γνωσιακοί περιορισμοί, ή μείγμα των δύο – θα το δείξει το μέλλον. Αλλά αναρωτιέμαι: πώς θα ήθελαν να μείνουν στην Ιστορία όσοι πήραν την καταστροφική απόφαση για το δημοψήφισμα, αλλά κι οι υπεύθυνοι πολιτικοί που τις πρώτες μέρες το στήριξαν, με λιγότερη ή περισσότερη θέρμη: ως άνθρωποι που έπαιξαν με το μέλλον του τόπου για να εξυπηρετήσουν προσωπικά και κομματικά συμφέροντα, ή κάποιοι που πρέπει να απαλλαγούν λόγω βλακείας;
Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή, 6.11.2011